見み届とどける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βεβαιώνομαι, διαπιστώνω, εξακριβώνω, βλέπω με τα μάτια μου, παρακολουθώ μέχρι το τέλος, παρακολουθώ για να βεβαιωθώ (ότι)

Παραδείγματα

  • 最後さいごまで見届みとどけます。

    Θα το δω μέχρι το τέλος.

  • 彼かれが無事ぶじに帰かえるのを見届みとどけて、ほっとしました。

    Ανακουφίστηκα όταν τον είδα να επιστρέφει σώο.

  • 親おやとして、子供こどもが立派りっぱな大人おとなになり、自分じぶんの夢ゆめを実現じつげんするまで、その成長せいちょうを見届みとどけるのが私わたしの務つとめだと思おもっています。

    Ως γονιός, πιστεύω ότι είναι καθήκον μου να δω τα παιδιά μου να γίνονται σπουδαίοι ενήλικες και να εκπληρώνουν τα όνειρά τους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見届ける
Παρόν (ευγενικό)
見届けます
Άρνηση (απλή)
見届けない
Άρνηση (ευγενική)
見届けません
Παρελθόν (απλό)
見届けた
Παρελθόν (ευγενικό)
見届けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見届けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見届けませんでした
Τε-μορφή
見届けて
Δυνητική
見届けられる
Προστακτική
見届けろ
Βουλητική
見届けよう
Υποθετική (ば)
見届ければ