しょくしゅばす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός απλώνω τα πλοκάμια μου (προς κάτι), βάζω στόχο, εργάζομαι για την απόκτηση κάποιου πράγματος, ανιχνεύω τις προθέσεις κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
触手を伸ばす
Παρόν (ευγενικό)
触手を伸ばします
Άρνηση (απλή)
触手を伸ばさない
Άρνηση (ευγενική)
触手を伸ばしません
Παρελθόν (απλό)
触手を伸ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
触手を伸ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
触手を伸ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
触手を伸ばしませんでした
Τε-μορφή
触手を伸ばして
Δυνητική
触手を伸ばせる
Προστακτική
触手を伸ばせ
Βουλητική
触手を伸ばそう
Υποθετική (ば)
触手を伸ばせば