言こと葉ばをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απευθύνω τον λόγο, μιλώ σε κάποιον, λέω κάτι, λέω κάποια (καλά, παρηγορητικά κ.λπ.) λόγια

Παραδείγματα

  • お母かあさんが子供こどもに言葉ことばをかけます。

    Η μαμά μιλάει στο παιδί.

  • 困こまっている人ひとに言葉ことばをかけるのは、とても大切たいせつなことです。

    Είναι πολύ σημαντικό να μιλάς στους ανθρώπους που βρίσκονται σε δύσκολη θέση.

  • 初はじめて会あう人ひとにどのように言葉ことばをかけるべきか、悩なやんでしまいます。

    Αναρωτιέμαι πώς πρέπει να μιλήσω σε κάποιον που συναντώ για πρώτη φορά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
言葉をかける
Παρόν (ευγενικό)
言葉をかけます
Άρνηση (απλή)
言葉をかけない
Άρνηση (ευγενική)
言葉をかけません
Παρελθόν (απλό)
言葉をかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
言葉をかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言葉をかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言葉をかけませんでした
Τε-μορφή
言葉をかけて
Δυνητική
言葉をかけられる
Προστακτική
言葉をかけろ
Βουλητική
言葉をかけよう
Υποθετική (ば)
言葉をかければ