こと

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κομπιάζω, μένω άφωνος
  2. 02 ιδιωματισμός κρατώ τη γλώσσα μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
言葉を呑む
Παρόν (ευγενικό)
言葉を呑みます
Άρνηση (απλή)
言葉を呑まない
Άρνηση (ευγενική)
言葉を呑みません
Παρελθόν (απλό)
言葉を呑んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
言葉を呑みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言葉を呑まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言葉を呑みませんでした
Τε-μορφή
言葉を呑んで
Δυνητική
言葉を呑める
Προστακτική
言葉を呑め
Βουλητική
言葉を呑もう
Υποθετική (ば)
言葉を呑めば