はなしかける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μιλώ (σε κάποιον), απευθύνομαι (σε κάποιον), προσεγγίζω (για να μιλήσω)
  2. 02 αρχίζω να μιλώ, αρχίζω μια συζήτηση, πιάνω κουβέντα

Παραδείγματα

  • かれはなしかけます

    Του μιλάω.

  • らないひとには、なかなかはなしかけにくいです。

    Είναι κάπως δύσκολο να πιάσω κουβέντα με κάποιον άγνωστο.

  • こまっているひとがいたら、勇気ゆうきしてはなしかけてみるのがいいでしょう。

    Αν δεις κάποιον να δυσκολεύεται, καλό είναι να βρεις το θάρρος και να του μιλήσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
話しかける
Παρόν (ευγενικό)
話しかけます
Άρνηση (απλή)
話しかけない
Άρνηση (ευγενική)
話しかけません
Παρελθόν (απλό)
話しかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
話しかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
話しかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
話しかけませんでした
Τε-μορφή
話しかけて
Δυνητική
話しかけられる
Προστακτική
話しかけろ
Βουλητική
話しかけよう
Υποθετική (ば)
話しかければ