認める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: みとめる
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γράφω (π.χ. ένα γράμμα), συντάσσω (ένα έγγραφο), κρατώ (π.χ. σημειώσεις)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τρώω (μεσημεριανό, βραδινό, κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 認める
- Παρόν (ευγενικό)
- 認めます
- Άρνηση (απλή)
- 認めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 認めません
- Παρελθόν (απλό)
- 認めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 認めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 認めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 認めませんでした
- Τε-μορφή
- 認めて
- Δυνητική
- 認められる
- Προστακτική
- 認めろ
- Βουλητική
- 認めよう
- Υποθετική (ば)
- 認めれば
- Υποθετική (たら)
- 認めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 認めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 認めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 認めなさい
- Παθητική
- 認められる
- Αιτιατική
- 認めさせる