したためる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: みとめる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γράφω (π.χ. ένα γράμμα), συντάσσω (ένα έγγραφο), κρατώ (π.χ. σημειώσεις)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τρώω (μεσημεριανό, βραδινό, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
認める
Παρόν (ευγενικό)
認めます
Άρνηση (απλή)
認めない
Άρνηση (ευγενική)
認めません
Παρελθόν (απλό)
認めた
Παρελθόν (ευγενικό)
認めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
認めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
認めませんでした
Τε-μορφή
認めて
Δυνητική
認められる
Προστακτική
認めろ
Βουλητική
認めよう
Υποθετική (ば)
認めれば