負ぶる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα κουβαλάω ένα παιδί στην πλάτη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 負ぶる
- Παρόν (ευγενικό)
- 負ぶります
- Άρνηση (απλή)
- 負ぶらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 負ぶりません
- Παρελθόν (απλό)
- 負ぶった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 負ぶりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 負ぶらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 負ぶりませんでした
- Τε-μορφή
- 負ぶって
- Δυνητική
- 負ぶれる
- Προστακτική
- 負ぶれ
- Βουλητική
- 負ぶろう
- Υποθετική (ば)
- 負ぶれば
- Υποθετική (たら)
- 負ぶったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 負ぶりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 負ぶるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 負ぶりなさい
- Παθητική
- 負ぶられる
- Αιτιατική
- 負ぶらせる