越こえる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 越える περνάω, διασχίζω, υπερβαίνω, ξεπερνάω, προσπερνάω
  2. 02 ειδικά ως 超える ξεπερνάω, υπερβαίνω, είμαι περισσότερος (από)

Παραδείγματα

  • 山やまを越こえます。

    Περνάω το βουνό.

  • 私わたしたちは多おおくの困難こんなんを越こえて、ここまで来きました。

    Ξεπεράσαμε πολλές δυσκολίες και φτάσαμε ως εδώ.

  • 彼かれのパフォーマンスは、我々われわれの期待きたいをはるかに越こえるものだった。

    Η απόδοσή του ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
越える
Παρόν (ευγενικό)
越えます
Άρνηση (απλή)
越えない
Άρνηση (ευγενική)
越えません
Παρελθόν (απλό)
越えた
Παρελθόν (ευγενικό)
越えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
越えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
越えませんでした
Τε-μορφή
越えて
Δυνητική
越えられる
Προστακτική
越えろ
Βουλητική
越えよう
Υποθετική (ば)
越えれば