踏ふみしめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πατάω σταθερά
  2. 02 συμπυκνώνω πατώντας

Παραδείγματα

  • 地面じめんを踏ふみしめる。

    Πατάω σταθερά στο έδαφος.

  • 土つちをしっかり踏ふみしめて、足場あしばを固かためる。

    Πατάω γερά το χώμα για να σταθεροποιήσω το πάτημά μου.

  • 雪ゆきが積つもった山道やまみちを、一歩いっぽ一歩いっぽ確実かくじつに踏ふみしめながら頂上ちょうじょうを目指めざした。

    Στόχευσα στην κορυφή του χιονισμένου ορεινού μονοπατιού, πατώντας σταθερά και με σιγουριά κάθε βήμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
踏みしめる
Παρόν (ευγενικό)
踏みしめます
Άρνηση (απλή)
踏みしめない
Άρνηση (ευγενική)
踏みしめません
Παρελθόν (απλό)
踏みしめた
Παρελθόν (ευγενικό)
踏みしめました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
踏みしめなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
踏みしめませんでした
Τε-μορφή
踏みしめて
Δυνητική
踏みしめられる
Προστακτική
踏みしめろ
Βουλητική
踏みしめよう
Υποθετική (ば)
踏みしめれば