たお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταπατώ, συνθλίβω υπό τα πόδια, γκρεμίζω με κλωτσιές
  2. 02 αποφεύγω την πληρωμή (π.χ. χρέους), σκάω λογαριασμό, απατώ, αποφεύγω υποχρέωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
踏み倒す
Παρόν (ευγενικό)
踏み倒します
Άρνηση (απλή)
踏み倒さない
Άρνηση (ευγενική)
踏み倒しません
Παρελθόν (απλό)
踏み倒した
Παρελθόν (ευγενικό)
踏み倒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
踏み倒さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
踏み倒しませんでした
Τε-μορφή
踏み倒して
Δυνητική
踏み倒せる
Προστακτική
踏み倒せ
Βουλητική
踏み倒そう
Υποθετική (ば)
踏み倒せば