退

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: しりぞく , どく

  1. 01 σπάνιο οπισθοχωρώ, υποχωρώ, τραβιέμαι πίσω
  2. 02 σπάνιο μειώνομαι, υποχωρώ, ξεφουσκώνω (π.χ. πρήξιμο)
  3. 03 σπάνιο παραιτούμαι, αποσύρομαι, αποχωρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
退く
Παρόν (ευγενικό)
退きます
Άρνηση (απλή)
退かない
Άρνηση (ευγενική)
退きません
Παρελθόν (απλό)
退いた
Παρελθόν (ευγενικό)
退きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
退かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
退きませんでした
Τε-μορφή
退いて
Δυνητική
退ける
Προστακτική
退け
Βουλητική
退こう
Υποθετική (ば)
退けば