退ける

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: しりぞける , どける

  1. 01 παραμερίζω, μετακινώ (κάτι, κάποιον) στην άκρη
  2. 02 αφαιρώ, αποκλείω, απομακρύνω
  3. 03 βάζω στην άκρη, κρατώ χωριστά
  4. 04 απομακρύνω (κάποιον) από την ομάδα, αποφεύγω
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα τα καταφέρνω παρά τις δυσκολίες, επιτυγχάνω παρά τις αντίξοες συνθήκες
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα ενεργώ αποφασιστικά, ενεργώ με τόλμη

Κλίση

Παρόν (απλό)
退ける
Παρόν (ευγενικό)
退けます
Άρνηση (απλή)
退けない
Άρνηση (ευγενική)
退けません
Παρελθόν (απλό)
退けた
Παρελθόν (ευγενικό)
退けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
退けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
退けませんでした
Τε-μορφή
退けて
Δυνητική
退けられる
Προστακτική
退けろ
Βουλητική
退けよう
Υποθετική (ば)
退ければ