通とおり越こす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνώ από μπροστά (ένα μέρος ή αντικείμενο), προσπερνώ

Παραδείγματα

  • 駅えきを通とおり越こしました。

    Πέρασα τον σταθμό.

  • 目的もくてきのバス停ていを通とおり越こしてしまい、慌あわててバスを降おりました。

    Πέρασα τη στάση του λεωφορείου που ήθελα και κατέβηκα βιαστικά.

  • 彼女かのじょは私わたしたちの予想よそうをはるかに通とおり越こし、想像以上そうぞういじょうの成果せいかを出だしました。

    Ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες μας και πέτυχε αποτελέσματα πέρα από κάθε φαντασία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
通り越す
Παρόν (ευγενικό)
通り越します
Άρνηση (απλή)
通り越さない
Άρνηση (ευγενική)
通り越しません
Παρελθόν (απλό)
通り越した
Παρελθόν (ευγενικό)
通り越しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通り越さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通り越しませんでした
Τε-μορφή
通り越して
Δυνητική
通り越せる
Προστακτική
通り越せ
Βουλητική
通り越そう
Υποθετική (ば)
通り越せば