れんきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εργασία συνεχόμενων ημερών (χωρίς ρεπό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
連勤する
Παρόν (ευγενικό)
連勤します
Άρνηση (απλή)
連勤しない
Άρνηση (ευγενική)
連勤しません
Παρελθόν (απλό)
連勤した
Παρελθόν (ευγενικό)
連勤しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連勤しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連勤しませんでした
Τε-μορφή
連勤して
Δυνητική
連勤できる
Προστακτική
連勤しろ
Βουλητική
連勤しよう
Υποθετική (ば)
連勤すれば