れんたい

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλληλεγγύη
  2. 02 κοινός, συλλογικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
連帯する
Παρόν (ευγενικό)
連帯します
Άρνηση (απλή)
連帯しない
Άρνηση (ευγενική)
連帯しません
Παρελθόν (απλό)
連帯した
Παρελθόν (ευγενικό)
連帯しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連帯しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連帯しませんでした
Τε-μορφή
連帯して
Δυνητική
連帯できる
Προστακτική
連帯しろ
Βουλητική
連帯しよう
Υποθετική (ば)
連帯すれば