れる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: はぐれる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αποκλίνω, στρίβω αλλού, παρεκτρέπομαι, αστοχώ (π.χ. σε στόχο)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αποκλίνω (π.χ. από μια συζήτηση), παρεκτρέπομαι, ξεφεύγω, περιπλανώμαι

Παραδείγματα

  • みちかられる

    Ξεφεύγω από τον δρόμο.

  • はなし本筋ほんすじかられてしまった。

    Η συζήτηση ξέφυγε από το κύριο θέμα.

  • 計画けいかくったにもかかわらず、予期よきせぬ事態じたい発生はっせいし、当初とうしょ目的もくてきかられてしまった。

    Παρόλο που κάναμε σχέδια, προέκυψε μια απρόβλεπτη κατάσταση και παρεκκλίναμε από τον αρχικό μας στόχο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
逸れる
Παρόν (ευγενικό)
逸れます
Άρνηση (απλή)
逸れない
Άρνηση (ευγενική)
逸れません
Παρελθόν (απλό)
逸れた
Παρελθόν (ευγενικό)
逸れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逸れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逸れませんでした
Τε-μορφή
逸れて
Δυνητική
逸れられる
Προστακτική
逸れろ
Βουλητική
逸れよう
Υποθετική (ば)
逸れれば