はぐれる

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: それる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χάνω τον προσανατολισμό μου, αποχωρίζομαι (από τους συντρόφους μου), ξεστρατίζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα χάνω (την ευκαιρία για...)

Κλίση

Παρόν (απλό)
逸れる
Παρόν (ευγενικό)
逸れます
Άρνηση (απλή)
逸れない
Άρνηση (ευγενική)
逸れません
Παρελθόν (απλό)
逸れた
Παρελθόν (ευγενικό)
逸れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逸れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逸れませんでした
Τε-μορφή
逸れて
Δυνητική
逸れられる
Προστακτική
逸れろ
Βουλητική
逸れよう
Υποθετική (ば)
逸れれば