ぎる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: すぎる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα περνώ από μπροστά, διασχίζω, προσπερνώ, περνώ φευγαλέα από το μυαλό

Κλίση

Παρόν (απλό)
過ぎる
Παρόν (ευγενικό)
過ぎります
Άρνηση (απλή)
過ぎらない
Άρνηση (ευγενική)
過ぎりません
Παρελθόν (απλό)
過ぎった
Παρελθόν (ευγενικό)
過ぎりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
過ぎらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
過ぎりませんでした
Τε-μορφή
過ぎって
Δυνητική
過ぎれる
Προστακτική
過ぎれ
Βουλητική
過ぎろう
Υποθετική (ば)
過ぎれば