違える
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: たがえる
- 01 αλλάζω, μεταβάλλω
- 02 μπερδεύω, κάνω λάθος
- 03 αθετώ (π.χ. υπόσχεση)
- 04 διαστρέφω (π.χ. μυ), εξαρθρώνω (π.χ. αυχένα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 違える
- Παρόν (ευγενικό)
- 違えます
- Άρνηση (απλή)
- 違えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 違えません
- Παρελθόν (απλό)
- 違えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 違えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 違えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 違えませんでした
- Τε-μορφή
- 違えて
- Δυνητική
- 違えられる
- Προστακτική
- 違えろ
- Βουλητική
- 違えよう
- Υποθετική (ば)
- 違えれば
- Υποθετική (たら)
- 違えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 違えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 違えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 違えなさい
- Παθητική
- 違えられる
- Αιτιατική
- 違えさせる