たがえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ちがえる

  1. 01 αλλάζω, τροποποιώ
  2. 02 παραβαίνω, εναντιώνομαι, αθετώ (υπόσχεση)
  3. 03 κάνω λάθος (σε κάτι), σφάλλω

Κλίση

Παρόν (απλό)
違える
Παρόν (ευγενικό)
違えます
Άρνηση (απλή)
違えない
Άρνηση (ευγενική)
違えません
Παρελθόν (απλό)
違えた
Παρελθόν (ευγενικό)
違えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
違えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
違えませんでした
Τε-μορφή
違えて
Δυνητική
違えられる
Προστακτική
違えろ
Βουλητική
違えよう
Υποθετική (ば)
違えれば