ひなびる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι επαρχιώτικος, έχω αγροτική εμφάνιση, έχω εξοχική αίσθηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
鄙びる
Παρόν (ευγενικό)
鄙びます
Άρνηση (απλή)
鄙びない
Άρνηση (ευγενική)
鄙びません
Παρελθόν (απλό)
鄙びた
Παρελθόν (ευγενικό)
鄙びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鄙びなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鄙びませんでした
Τε-μορφή
鄙びて
Δυνητική
鄙びられる
Προστακτική
鄙びろ
Βουλητική
鄙びよう
Υποθετική (ば)
鄙びれば