14 πινελιές | Ρίζα: 邑 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ταπεινός, ευτελής, κατώτερος
  2. 02 ύπαιθρος χώρα, επαρχία
  3. 03 ύπαιθρος, αγροτική περιοχή
  4. 04 αγροτικοποιούμαι, γίνομαι αγροίκος

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ひな、ひな.びる、いや.しい