じゅうやくしゅっきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χιουμοριστικό προσέλευση στην εργασία καθυστερημένα σαν να είσαι διευθυντικό στέλεχος, προσέλευση στην εργασία από διοικητικό στέλεχος

Κλίση

Παρόν (απλό)
重役出勤する
Παρόν (ευγενικό)
重役出勤します
Άρνηση (απλή)
重役出勤しない
Άρνηση (ευγενική)
重役出勤しません
Παρελθόν (απλό)
重役出勤した
Παρελθόν (ευγενικό)
重役出勤しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
重役出勤しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
重役出勤しませんでした
Τε-μορφή
重役出勤して
Δυνητική
重役出勤できる
Προστακτική
重役出勤しろ
Βουλητική
重役出勤しよう
Υποθετική (ば)
重役出勤すれば