のろ

επίθετο | N2 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: にぶい

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα βραδυνούς, αμβλύς, χαζός
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αργός, νωθρός, αδρανής, ληθαργικός
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα επιεικής (ιδιαίτερα προς το αντίθετο φύλο), τρυφερός

Κλίση

Παρόν (απλό)
鈍い
Παρόν (ευγενικό)
鈍いです
Άρνηση (απλή)
鈍くない
Άρνηση (ευγενική)
鈍くないです
Παρελθόν (απλό)
鈍かった
Παρελθόν (ευγενικό)
鈍かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鈍くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鈍くなかったです
Τε-μορφή
鈍くて
Υποθετική (ば)
鈍ければ