かど

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατοντούκε (καλλιτεχνική εμφάνιση από πόρτα σε πόρτα), καλλιτέχνης που εμφανίζεται από πόρτα σε πόρτα, πλανόδιος μουσικός, μουσικός του δρόμου

Κλίση

Παρόν (απλό)
門付けする
Παρόν (ευγενικό)
門付けします
Άρνηση (απλή)
門付けしない
Άρνηση (ευγενική)
門付けしません
Παρελθόν (απλό)
門付けした
Παρελθόν (ευγενικό)
門付けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
門付けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
門付けしませんでした
Τε-μορφή
門付けして
Δυνητική
門付けできる
Προστακτική
門付けしろ
Βουλητική
門付けしよう
Υποθετική (ば)
門付けすれば