かど

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναχώρηση (για μακρύ ταξίδι), εκκίνηση, αναχώρηση (π.χ. για το μέτωπο), αποχώρηση από το σπίτι
  2. 02 ξεκίνημα νέας ζωής, επανεκκίνηση ζωής

Κλίση

Παρόν (απλό)
門出する
Παρόν (ευγενικό)
門出します
Άρνηση (απλή)
門出しない
Άρνηση (ευγενική)
門出しません
Παρελθόν (απλό)
門出した
Παρελθόν (ευγενικό)
門出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
門出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
門出しませんでした
Τε-μορφή
門出して
Δυνητική
門出できる
Προστακτική
門出しろ
Βουλητική
門出しよう
Υποθετική (ば)
門出すれば