もんぜんじゃく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός είμαι έρημος (στην πράξη), δεν έχω επισκέπτες, στήνω δίχτυ για σπουργίτια μπροστά από την πύλη

Κλίση

Παρόν (απλό)
門前雀羅を張る
Παρόν (ευγενικό)
門前雀羅を張ります
Άρνηση (απλή)
門前雀羅を張らない
Άρνηση (ευγενική)
門前雀羅を張りません
Παρελθόν (απλό)
門前雀羅を張った
Παρελθόν (ευγενικό)
門前雀羅を張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
門前雀羅を張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
門前雀羅を張りませんでした
Τε-μορφή
門前雀羅を張って
Δυνητική
門前雀羅を張れる
Προστακτική
門前雀羅を張れ
Βουλητική
門前雀羅を張ろう
Υποθετική (ば)
門前雀羅を張れば