閉とじ込こめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλειδώνω, κλείνω μέσα, φυλακίζω

Παραδείγματα

  • 猫ねこを部屋へやに閉とじ込こめます。

    Κλειδώνω τη γάτα στο δωμάτιο.

  • その少年しょうねんは暗くらい物置ものおきに閉とじ込こめられていました。

    Το αγόρι ήταν κλεισμένο σε μια σκοτεινή αποθήκη.

  • 彼かれは過去かこの出来事できごとに囚とらわれ、自分じぶんの心こころを閉とじ込こめてしまっているようだった。

    Φαινόταν να έχει παγιδευτεί από γεγονότα του παρελθόντος, κλείνοντας την καρδιά του μέσα του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉じ込める
Παρόν (ευγενικό)
閉じ込めます
Άρνηση (απλή)
閉じ込めない
Άρνηση (ευγενική)
閉じ込めません
Παρελθόν (απλό)
閉じ込めた
Παρελθόν (ευγενικό)
閉じ込めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉じ込めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉じ込めませんでした
Τε-μορφή
閉じ込めて
Δυνητική
閉じ込められる
Προστακτική
閉じ込めろ
Βουλητική
閉じ込めよう
Υποθετική (ば)
閉じ込めれば