へいせん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πωματισμός, κλείσιμο, σφράγιση
  2. 02 διακοπή παροχής (π.χ. αερίου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
閉栓する
Παρόν (ευγενικό)
閉栓します
Άρνηση (απλή)
閉栓しない
Άρνηση (ευγενική)
閉栓しません
Παρελθόν (απλό)
閉栓した
Παρελθόν (ευγενικό)
閉栓しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閉栓しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閉栓しませんでした
Τε-μορφή
閉栓して
Δυνητική
閉栓できる
Προστακτική
閉栓しろ
Βουλητική
閉栓しよう
Υποθετική (ば)
閉栓すれば