ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ひらく

  1. 01 ειδικά ως 開く ανοίγω (π.χ. πόρτες)
  2. 02 ειδικά ως 開く ανοίγω (π.χ. επιχείρηση)
  3. 03 ειδικά ως 空く είμαι άδειος
  4. 04 ειδικά ως 空く είμαι κενός, είμαι διαθέσιμος, είμαι ελεύθερος
  5. 05 ειδικά ως 明く είμαι ανοιχτός (π.χ. ντεκολτέ)
  6. 06 ειδικά ως 明く έχω ανοίξει (για μάτια, στόμα)
  7. 07 ειδικά ως 明く τελειώνω, λήγω
  8. 08 ειδικά ως 明く ανοίγω (μάτια, στόμα)
  9. 09 έχω τρύπα, σχηματίζω κενό, έχω διάστημα (ανάμεσα σε γεγονότα)

Παραδείγματα

  • みせきます

    Το μαγαζί ανοίγει.

  • 今日きょう部屋へやいていないので、べつにしてください。

    Το δωμάτιο δεν είναι διαθέσιμο σήμερα, οπότε παρακαλώ επιλέξτε άλλη μέρα.

  • かれは、いてもすぐに覚醒かくせいできるわけではなく、しばらくぼーっとしていました。

    Ακόμα και όταν άνοιξε τα μάτια του, δεν ξύπνησε αμέσως και έμεινε για λίγο χαμένος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
開く
Παρόν (ευγενικό)
開きます
Άρνηση (απλή)
開かない
Άρνηση (ευγενική)
開きません
Παρελθόν (απλό)
開いた
Παρελθόν (ευγενικό)
開きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開きませんでした
Τε-μορφή
開いて
Δυνητική
開ける
Προστακτική
開け
Βουλητική
開こう
Υποθετική (ば)
開けば