かいせん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεπώμασμα, άνοιγμα
  2. 02 σύνδεση (π.χ. παροχής αερίου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
開栓する
Παρόν (ευγενικό)
開栓します
Άρνηση (απλή)
開栓しない
Άρνηση (ευγενική)
開栓しません
Παρελθόν (απλό)
開栓した
Παρελθόν (ευγενικό)
開栓しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開栓しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開栓しませんでした
Τε-μορφή
開栓して
Δυνητική
開栓できる
Προστακτική
開栓しろ
Βουλητική
開栓しよう
Υποθετική (ば)
開栓すれば