かいえん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έναρξη παράστασης, αρχή (π.χ. θεατρικού έργου, συναυλίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
開演する
Παρόν (ευγενικό)
開演します
Άρνηση (απλή)
開演しない
Άρνηση (ευγενική)
開演しません
Παρελθόν (απλό)
開演した
Παρελθόν (ευγενικό)
開演しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開演しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開演しませんでした
Τε-μορφή
開演して
Δυνητική
開演できる
Προστακτική
開演しろ
Βουλητική
開演しよう
Υποθετική (ば)
開演すれば