阿呆アホ

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα βλάκας, ανόητος, ηλίθιος

Παραδείγματα

  • 彼かれはアホだ。

    Αυτός είναι χαζός.

  • そんなアホなことを言いわないでください。

    Μην λες βλακείες.

  • まったく、あんなアホなことばかりしていると、いつか誰だれかに迷惑めいわくをかけてしまうぞ。

    Μα τον Θεό, αν συνεχίζεις να κάνεις τέτοιες βλακείες, κάποια στιγμή θα δημιουργήσεις πρόβλημα σε κάποιον!