めんくさい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ενοχλητικός, κουραστικός, βαρετός, είναι μπελάς, βαριέμαι να κάνω

Παραδείγματα

  • 宿題しゅくだい面倒めんどうくさいです

    Βαριέμαι τα μαθήματα.

  • あめかけるのが面倒めんどうくさい

    Τις βροχερές μέρες, βαριέμαι να βγω έξω.

  • あのひとはなすのは、いつもこまかいことを説明せつめいしないといけないから本当ほんとう面倒めんどうくさいんだよね。

    Το να μιλάω με αυτόν τον άνθρωπο είναι πραγματικά κουραστικό, γιατί πρέπει πάντα να εξηγώ και την παραμικρή λεπτομέρεια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
面倒くさい
Παρόν (ευγενικό)
面倒くさいです
Άρνηση (απλή)
面倒くさくない
Άρνηση (ευγενική)
面倒くさくないです
Παρελθόν (απλό)
面倒くさかった
Παρελθόν (ευγενικό)
面倒くさかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
面倒くさくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
面倒くさくなかったです
Τε-μορφή
面倒くさくて
Υποθετική (ば)
面倒くさければ