顔に泥を塗る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός δυσφημίζω, διασύρω, εκθέτω κάποιον, ρεζιλεύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 顔に泥を塗る
- Παρόν (ευγενικό)
- 顔に泥を塗ります
- Άρνηση (απλή)
- 顔に泥を塗らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 顔に泥を塗りません
- Παρελθόν (απλό)
- 顔に泥を塗った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 顔に泥を塗りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 顔に泥を塗らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 顔に泥を塗りませんでした
- Τε-μορφή
- 顔に泥を塗って
- Δυνητική
- 顔に泥を塗れる
- Προστακτική
- 顔に泥を塗れ
- Βουλητική
- 顔に泥を塗ろう
- Υποθετική (ば)
- 顔に泥を塗れば
- Υποθετική (たら)
- 顔に泥を塗ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 顔に泥を塗りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 顔に泥を塗るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 顔に泥を塗りなさい
- Παθητική
- 顔に泥を塗られる
- Αιτιατική
- 顔に泥を塗らせる