飛とびかかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορμώ, εκτινάσσομαι πάνω, επιτίθεμαι με ορμή, ρίχνομαι πάνω (π.χ. σε έναν εχθρό)

Παραδείγματα

  • 猫ねこが獲物えものに飛とびかかる。

    Η γάτα ορμάει στο θήραμά της.

  • 敵てきが隙すきを見みて私わたしに飛とびかかってきた。

    Ο εχθρός, βρίσκοντας ευκαιρία, όρμησε πάνω μου.

  • 警察犬けいさつけんは、犯人はんにんが逃にげようとした瞬間しゅんかんを狙ねらって果敢かかんに飛とびかかった。

    Ο αστυνομικός σκύλος, στοχεύοντας τη στιγμή που ο εγκληματίας προσπάθησε να αποδράσει, όρμησε πάνω του με τόλμη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛びかかる
Παρόν (ευγενικό)
飛びかかります
Άρνηση (απλή)
飛びかからない
Άρνηση (ευγενική)
飛びかかりません
Παρελθόν (απλό)
飛びかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
飛びかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛びかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛びかかりませんでした
Τε-μορφή
飛びかかって
Δυνητική
飛びかかれる
Προστακτική
飛びかかれ
Βουλητική
飛びかかろう
Υποθετική (ば)
飛びかかれば