駐在
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαμονή, παραμονή, τοποθέτηση σε θέση εργασίας, υπηρεσιακή εγκατάσταση (στο εξωτερικό κ.λπ.)
- 02 συντομογραφία αστυνομικό φυλάκιο, αστυνομικός φυλακίου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 駐在する
- Παρόν (ευγενικό)
- 駐在します
- Άρνηση (απλή)
- 駐在しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 駐在しません
- Παρελθόν (απλό)
- 駐在した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 駐在しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 駐在しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 駐在しませんでした
- Τε-μορφή
- 駐在して
- Δυνητική
- 駐在できる
- Προστακτική
- 駐在しろ
- Βουλητική
- 駐在しよう
- Υποθετική (ば)
- 駐在すれば
- Υποθετική (たら)
- 駐在したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 駐在したい
- Απαγορευτική (~な)
- 駐在するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 駐在しなさい
- Παθητική
- 駐在される
- Αιτιατική
- 駐在させる