ちゅうざい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαμονή, παραμονή, τοποθέτηση σε θέση εργασίας, υπηρεσιακή εγκατάσταση (στο εξωτερικό κ.λπ.)
  2. 02 συντομογραφία αστυνομικό φυλάκιο, αστυνομικός φυλακίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
駐在する
Παρόν (ευγενικό)
駐在します
Άρνηση (απλή)
駐在しない
Άρνηση (ευγενική)
駐在しません
Παρελθόν (απλό)
駐在した
Παρελθόν (ευγενικό)
駐在しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
駐在しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
駐在しませんでした
Τε-μορφή
駐在して
Δυνητική
駐在できる
Προστακτική
駐在しろ
Βουλητική
駐在しよう
Υποθετική (ば)
駐在すれば