nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 駐
駐

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 15 πινελιές | Ρίζα: 馬 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ενδιάμεση στάση
  2. 02 κατοικώ σε
  3. 03 κάτοικος

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

チュウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

—

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 駐車場 χώρος στάθμευσης, πάρκινγκ
  • 常駐 μόνιμη εγκατάσταση, διαρκής παραμονή
  • 駐留 στάθμευση (π.χ. στρατευμάτων), φρουρά
  • 駐在 διαμονή, παραμονή, τοποθέτηση σε θέση εργασίας, υπηρεσιακή εγκατάσταση (στο εξωτερικό κ.λπ.)
  • 駐屯 στάθμευση (στρατευμάτων), φρούρηση
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων