駐留
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 στάθμευση (π.χ. στρατευμάτων), φρουρά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 駐留する
- Παρόν (ευγενικό)
- 駐留します
- Άρνηση (απλή)
- 駐留しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 駐留しません
- Παρελθόν (απλό)
- 駐留した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 駐留しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 駐留しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 駐留しませんでした
- Τε-μορφή
- 駐留して
- Δυνητική
- 駐留できる
- Προστακτική
- 駐留しろ
- Βουλητική
- 駐留しよう
- Υποθετική (ば)
- 駐留すれば
- Υποθετική (たら)
- 駐留したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 駐留したい
- Απαγορευτική (~な)
- 駐留するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 駐留しなさい
- Παθητική
- 駐留される
- Αιτιατική
- 駐留させる