ちゅうさつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαμένω στο εξωτερικό (σχετικά με διπλωμάτη κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
駐箚する
Παρόν (ευγενικό)
駐箚します
Άρνηση (απλή)
駐箚しない
Άρνηση (ευγενική)
駐箚しません
Παρελθόν (απλό)
駐箚した
Παρελθόν (ευγενικό)
駐箚しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
駐箚しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
駐箚しませんでした
Τε-μορφή
駐箚して
Δυνητική
駐箚できる
Προστακτική
駐箚しろ
Βουλητική
駐箚しよう
Υποθετική (ば)
駐箚すれば