騙だます

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεγελώ, εξαπατώ, παραπλανώ, κοροϊδεύω, κλέβω
  2. 02 καλοπιάνω, πείθω, ηρεμώ, καθησυχάζω

Παραδείγματα

  • 彼かれは私わたしを騙だました。

    Με ξεγέλασε.

  • 彼かれはうそを言いって、友達ともだちを騙だました。

    Είπε ψέματα και ξεγέλασε τον φίλο του.

  • 甘あまい言葉ことばで私わたしを騙だまし、高額こうがくな商品しょうひんを売うりつけられた。

    Με ξεγέλασαν με γλυκόλογα και μου πούλησαν ένα πανάκριβο προϊόν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
騙す
Παρόν (ευγενικό)
騙します
Άρνηση (απλή)
騙さない
Άρνηση (ευγενική)
騙しません
Παρελθόν (απλό)
騙した
Παρελθόν (ευγενικό)
騙しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
騙さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
騙しませんでした
Τε-μορφή
騙して
Δυνητική
騙せる
Προστακτική
騙せ
Βουλητική
騙そう
Υποθετική (ば)
騙せば