かた

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαπατώ κάποιον για να του αποσπάσω χρήματα ή περιουσία
  2. 02 παριστάνω ψευδώς κάποιον άλλον, υποκρίνομαι, σφετερίζομαι (π.χ. όνομα ή τίτλο), παραποιώ (π.χ. σφραγίδα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
騙る
Παρόν (ευγενικό)
騙ります
Άρνηση (απλή)
騙らない
Άρνηση (ευγενική)
騙りません
Παρελθόν (απλό)
騙った
Παρελθόν (ευγενικό)
騙りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
騙らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
騙りませんでした
Τε-μορφή
騙って
Δυνητική
騙れる
Προστακτική
騙れ
Βουλητική
騙ろう
Υποθετική (ば)
騙れば