Ευρετήριο
217.768 λέξεις
- 村はずれ άκρη του χωριού, περίχωρα ενός χωριού
- 裏 πίσω, κρυφό, εσωτερικό (π.χ. μυστικό), με (π.χ. επιτυχία)
- 兄 μεγαλύτερος αδελφός
- 切れ εξαντλώ πλήρως, ξεμένω από, καταναλώνω
- 梁 δυναστεία Λιανγκ (της Κίνας, 502-557)
- 手が上がる βελτιώνω τις ικανότητές μου (ιδίως στην καλλιγραφία ή στην κατανάλωση μεγαλύτερων ποσοτήτων αλκοόλ)
- 正確性 ακρίβεια
- 温室育ち προστατευμένη ανατροφή, άνθρωπος που μεγάλωσε σε προστατευμένο περιβάλλον, ανατροφή θερμοκηπίου
- 田舎暮らし ζωή στην εξοχή, αγροτική ζωή
- 故あって για κάποιον συγκεκριμένο λόγο, λόγω αναπόφευκτων περιστάσεων
- 落花 πέταλα που πέφτουν
- 叙爵 απονέμω τίτλο ευγενείας
- 祭神 ενθρονισμένη θεότητα
- ユダヤ教 Ιουδαϊσμός
- アンダーグラウンド υπόγειος (κινηματογράφος, θέατρο κ.λπ.), αντισυμβατικός, εναλλακτικός, πειραματικός, ριζοσπαστικός, υπόγειος (οικονομία, τύπος κ.λπ.), ανεπίσημος, παράνομος, μαύρος (για χρήμα), ύποπτος, άγνωστης προέλευσης
- メソッド μέθοδος, τρόπος, μέθοδος (στον αντικειμενοστραφή προγραμματισμό)
- 槍先 αιχμή δόρατος
- 薄茶 αραιό μάτσα, ανοιχτό καφέ (χρώμα)
- 打ち取る σκοτώνω (με όπλο), φονεύω, νικώ (αντίπαλο), κερδίζω, βγάζω εκτός παιχνιδιού (ρόπαλο/παίκτη)
- 侮 περιφρονημένος, υποτιμημένος
- じゅくじゅく υγρά, με διαρροή, πολύ υγρά, με υγρασία
- 県境 νομαρχιακό σύνορο, όριο νομού
- 媚態 κοκεταρία, φλερτ, κολακεία
- 躍り込む πηδώ μέσα, ορμώ μέσα
- 不心得者 απερίσκεπτο άτομο, ανόητος άνθρωπος
- 怒髪天 εξοργισμένος, μαινόμενος
- 張り替える αντικαθιστώ την επένδυση, ξαναταπετσάρω, αλλάζω το χαρτί (π.χ. σε τοίχους ή συρόμενες πόρτες), ανανεώνω (π.χ. σοβά)
- 歯に衣着せぬ ειλικρινής, απόλυτος, ευθύς, κατηγορηματικός
- 一人勝ち ο μοναδικός νικητής, υπερνικώ όλους τους άλλους, ο νικητής τα παίρνει όλα, ως επί το πλείστον μόνος, κυρίως από μόνος μου
- ウィズ με