13 αποτελέσματα για «兜»
兜 かぶと
ουσιαστικό
- 01 περικεφαλαία (ενός πολεμιστή), κράνος
兜を脱ぐ かぶとをぬぐ
άλλο, ρήμα
- 01 παραδέχομαι την κατωτερότητά μου, βγάζω το καπέλο σε κάποιον
- 02 τα παρατάω, παραδίδομαι, σηκώνω λευκή σημαία
兜町 かぶとちょう
ουσιαστικό
- 01 Καμπουτότσο (γειτονιά του Νιχονμπάσι, στο Τόκιο, όπου βρίσκεται το Χρηματιστήριο του Τόκιο)
- 02 Χρηματιστήριο του Τόκιο
兜巾 ときん
ουσιαστικό
- 01 τοκίν, μικρό μαύρο κάλυμμα κεφαλής που φορούν οι γιαμαμπούσι
兜率天 とそつてん
ουσιαστικό
- 01 Παράδεισος Τουσίτα (ένας από τους έξι ουρανούς του κόσμου της επιθυμίας), Τουσίτα
兜率 とそつ
ουσιαστικό
- 01 Τουσίτα (παράδεισος, αγνή χώρα)
兜頭巾 かぶとずきん
ουσιαστικό
- 01 κάσκα-κουκούλα
兜合わせ かぶとあわせ
ουσιαστικό
- 01 τριβή γεννητικών οργάνων (σεξουαλική πράξη)
兜蝦 かぶとえび
ουσιαστικό
- 01 τριόψ, καβούρι-γυρίνος (οικογένεια Triopsidae), γαρίδα-ασπίδα
兜蟹 かぶとがに
ουσιαστικό
- 01 καβουτογκάνι (είδος θαλάσσιου αρθρόποδου)
兜魚 かぶとうお
ουσιαστικό
- 01 μεγαλοκέφαλο νυχτερινό ψάρι (Πορομίτρα η παχυκέφαλη)
- 02 θωρακισμένο ψάρι
兜の緒を締める かぶとのおをしめる
άλλο, ρήμα
- 01 προετοιμάζομαι για μάχη, συγκεντρώνομαι, εστιάζω το μυαλό μου, σφίγγω τα λουριά του κράνους μου
兜
- 01 κράνος
- 02 κάλυμμα κεφαλής