9 αποτελέσματα για «呑»
呑気 のんき N2
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 άνετος, χαλαρός, ανέμελος, ξένοιαστος, αισιόδοξος, ράθυμος, απρόσεκτος, αστόχαστος
呑んでかかる のんでかかる
άλλο, ρήμα
- 01 υποτιμώ, θεωρώ ασήμαντο
- 02 καταβάλλω, κυριεύω (π.χ. αντίπαλο)
呑吐 どんと
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάποση και απόπτυση
呑舟 どんしゅう
ουσιαστικό
- 01 κατάποση ολόκληρης βάρκας
呑舟の魚 どんしゅうのうお
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ψάρι τόσο μεγάλο που μπορεί να καταπιεί ολόκληρη βάρκα, κολοσσιαίο ψάρι
- 02 μεγάλη προσωπικότητα, διαβόητος άνθρωπος
呑酸 どんさん
ουσιαστικό
- 01 γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, καούρα
呑師 のみし
ουσιαστικό
- 01 πότης, μεθυσμένος, άνθρωπος που πίνει συστηματικά
呑気症 どんきしょう
ουσιαστικό
- 01 αεροφαγία
呑
- 01 πίνω