9 αποτελέσματα για «拗»

拗ねる すねる

ρήμα

  1. 01 μουτρώνω, γκρινιάζω, κατσουφιάζω
拗らせる こじらせる

ρήμα

  1. 01 περιπλέκω, χειροτερεύω, επιδεινώνω
拗れる こじれる

ρήμα

  1. 01 περιπλέκομαι, επιδεινώνομαι, χαλάω
拗音 ようおん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπτυχμένος φθόγγος, ουρανισμένος φθόγγος (π.χ. ιαπωνικές μόρες με μικρά κάνα), ουρανισμένος φθόγγος
拗れ こじれ

ουσιαστικό

  1. 01 περιπλοκή, εμπλοκή
拗らす こじらす

ρήμα

  1. 01 χειροτερεύω (π.χ. ασθένεια), επιδεινώνω, περιπλέκω
拗ね者 すねもの

ουσιαστικό

  1. 01 διεστραμμένο άτομο, κυνικός, μισάνθρωπος
拗ける ねじける

ρήμα

  1. 01 στρεβλώνω, κάμπτομαι, είμαι απείθαρχος
  1. 01 στρεβλός
  2. 02 στριμμένος
  3. 03 διαστρεβλωμένος
  4. 04 διεστραμμένος
  5. 05 δύστροπος