13 αποτελέσματα για «搭»
搭載 とうさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φόρτωση (σε πλοίο), εξοπλισμός (αεροσκάφους, αυτοκινήτου κ.λπ.) με, το να είναι κανείς εξοπλισμένος με
搭乗 とうじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιβίβαση (σε πλοίο ή αεροπλάνο)
搭乗者 とうじょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 επιβάτης (σε πλοίο ή αεροσκάφος)
搭乗員 とうじょういん
ουσιαστικό
- 01 μέλος πληρώματος
搭乗口 とうじょうぐち
ουσιαστικό
- 01 πύλη επιβίβασης (αεροδρομίου), θύρα αεροσκάφους
搭乗手続き とうじょうてつづき
ουσιαστικό
- 01 διαδικασία επιβίβασης, έλεγχος εισιτηρίων
搭乗券 とうじょうけん
ουσιαστικό
- 01 κάρτα επιβίβασης, εισιτήριο επιβίβασης
搭乗率 とうじょうりつ
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής πληρότητας (επιβατών), ποσοστό πληρότητας θέσεων
搭乗案内 とうじょうあんない
ουσιαστικό
- 01 αναγγελία επιβίβασης
搭乗橋 とうじょうきょう
ουσιαστικό
- 01 γέφυρα επιβίβασης
搭乗手続きカウンター とうじょうてつづきカウンター
ουσιαστικό
- 01 γκισέ επιβίβασης
搭乗ブリッジ とうじょうブリッジ
ουσιαστικό
- 01 φυσούνα επιβίβασης
搭
- 01 επιβιβάζομαι
- 02 φορτώνω (όχημα)
- 03 επιβαίνω