7 αποτελέσματα για «栓»

せん N2

ουσιαστικό

  1. 01 πώμα, φελλός, τάπα
  2. 02 βρύση, στρόφιγγα, διακόπτης ροής
栓を抜く せんをぬく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεπωματίζω μπουκάλι
栓抜き せんぬき

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτήρι μπουκαλιών, τιρμπουσόν
栓塞 せんそく

ουσιαστικό

  1. 01 έμβολο
栓の木 せんのき

ουσιαστικό

  1. 01 καλοπάναξ (Kalopanax septemlobus), αγκαθωτό καστορέλαιο
栓子 せんし

ουσιαστικό

  1. 01 έμβολο
  1. 01 πώμα, βύσμα
  2. 02 μπουλόνι, σύρτης
  3. 03 φελλός
  4. 04 τάπα (βαρελιού)
  5. 05 πώμα, τάπα