7 αποτελέσματα για «涸»
涸れる かれる
ρήμα
- 01 στερεύω (πηγή, λίμνη κ.λπ.), εξαντλούμαι
涸らす からす
ρήμα
- 01 αποξηραίνω, εξαντλώ (π.χ. πόρους, ταλέντο)
涸沢 からさわ
ουσιαστικό
- 01 αποξηραμένος βάλτος, αποξηραμένο έλος, ξεροπόταμος, κοίτη ρέματος που έχει στερέψει
涸れ川 かれがわ
ουσιαστικό
- 01 ξεροπόταμος, αποξηραμένη κοίτη ποταμού
涸沼糸蜻蛉 ひぬまいととんぼ
ουσιαστικό
- 01 Mortonagrion hirosei (είδος λιβελούλας)
涸れ涸れ かれがれ
επίθετο
- 01 ξερός, άνυδρος
涸
- 01 στερεύω, ξεραίνω
- 02 ωριμάζω