12 αποτελέσματα για «滲»

滲む にじむ N1

ρήμα

  1. 01 απλώνομαι (για υγρό), διαχέομαι, ξεβάφω, μουτζουρώνω
  2. 02 θολώνω, θαμπώνω, μουτζουρώνω
  3. 03 αναβλύζω, ξεπηδώ (για δάκρυα κ.λπ.)
  4. 04 διαφαίνομαι (για συναισθήματα κ.λπ.), αποκαλύπτομαι
滲み出す にじみだす

ρήμα

  1. 01 διαρρέω, ξεχειλίζω, εκκρίνω
  2. 02 φανερώνομαι, προβάλλω (συναισθήματα κ.λπ.), αποκαλύπτομαι
滲入 しんにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διείσδυση
滲出性 しんしゅつせい

ουσιαστικό

  1. 01 εξιδρωματικός
滲みやすい にじみやすい

επίθετο

  1. 01 επιρρεπής στο να τρέχει (μελάνι, μακιγιάζ, κ.λπ.), εύκολα εξαπλώνεται
滲炭鋼 しんたんこう

ουσιαστικό

  1. 01 χαλυβδοτσιμεντοποιημένος χάλυβας
滲炭 しんたん

ουσιαστικό

  1. 01 ενανθράκωση, εναπανθράκωση
滲出性下痢 しんしゅつせいげり

ουσιαστικό

  1. 01 εξιδρωματική διάρροια
滲出性体質 しんしゅつせいたいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 εξιδρωματική διάθεση
滲出性中耳炎 しんしゅつせいちゅうじえん

ουσιαστικό

  1. 01 εξιδρωματική μέση ωτίτιδα, εκκριτική μέση ωτίτιδα, συλλογή υγρού στο μέσο ους, κολλώδες αυτί
滲み にじみ

ουσιαστικό

  1. 01 θόλωμα, ξεθώριασμα (χρώματος), αιμορραγία, τρέξιμο (π.χ. μπογιάς)
  1. 01 διαποτισμένος, εμποτισμένος